ὑπὸ τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Σάββα Ἀναστασίου

Τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Τετάρτῃ ἀρχίζει ἡ τελευταία φάση — ἐκείνη ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ ἑκούσιο Πάθος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Προετοιμαστήκαμε κατάλληλα, μέσα ἀπὸ τοὺς καθορισμένους ὕμνους καὶ τὰ Εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὸν Νυμφίο Χριστό. Δὲν θὰ ψάλλουμε πλέον τὸ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται», διότι ἔχει πλέον φθάσει. Τὸ ἑκούσιο Πάθος τοῦ Κυρίου μας εἶναι ἐδῶ, καὶ τὸ «πνευματικὸ χάος» ποὺ θὰ Τὸν περιβάλλει ἔχει ἤδη ἀρχίσει.

Μὲ τὴ φράση «πνευματικὸ χάος», ἐννοῶ τὸ ἑξῆς: τὶς ἑπόμενες ἡμέρες θὰ γίνουμε μάρτυρες πολλῶν καταστάσεων διαμετρικὰ ἀντίθετων μεταξύ τους, οἱ ὁποῖες ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ θὰ ἀλλάζουν θέσεις. Ὁ Πέτρος θὰ ἀρνηθεῖ τὸν Κύριο, ἐνῶ ὁ λῃστὴς θὰ Τὸν ὁμολογήσει. Οἱ Ἀπόστολοι θὰ ἐγκαταλείψουν τὸν Κύριο, ἐνῶ ἡ πόρνη θὰ καταφιλήσει τὰ πόδια Του· τὸ πλῆθος ποὺ φώναζε «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» θὰ φωνάζει «Σταυρωθήτω».

Λέω ὅτι τὸ Ἄχραντο Πάθος ἀρχίζει τὴ Μεγάλη Τετάρτη, διότι τὰ γεγονότα στὴ Βηθανία, στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ Λεπροῦ, ὑποκίνησαν τὴ σύλληψη καὶ τὴ σταύρωση τοῦ Ἰησοῦ. Τὰ γεγονότα ποὺ θὰ κορυφωθοῦν τὴ Μεγάλη Παρασκευή, ξεκίνησαν τὴν Τετάρτη. Οἱ ἐξαίσιοι ὕμνοι τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης περιγράφουν, μὲ ποιητικὰ μέσα, τὰ γεγονότα ἐκείνης τῆς βραδιᾶς στὴ Βηθανία πρὶν ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια. Μᾶς μεταφέρουν νοερῶς στὴν οἰκία τοῦ Σίμωνος τοῦ Λεπροῦ.

Ὁ Σίμων ἀνῆκε στὴν παράταξη τῶν Φαρισαίων. Οἱ Φαρισαῖοι, ἂν καὶ ἡ λέξη σήμερα σημαίνει ὑποκριτής, ἦταν οἱ πιὸ θρῆσκοι ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους, καὶ σὲ αὐτοὺς ἀπευθυνόταν πρωτίστως τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, ἔστω καὶ ἂν συχνὰ ἤλεγχε τὴν ἀποκλειστικότητά τους. Πίστευαν ὅτι ἦταν οἱ μόνοι δίκαιοι καὶ ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι ἦσαν πέρα ἀπὸ τὴ σωτηρία· ὡς ἐκ τούτου, ὁ Χριστὸς συχνὰ τοὺς ἔδειχνε παραδείγματα ἐνάρετων ἀνθρώπων ἀνάμεσα στοὺς μὴ Φαρισαίους ἢ ἀνάμεσα σὲ ἐκείνους ποὺ οἱ Φαρισαῖοι θεωροῦσαν ἀκάθαρτους.

Γιὰ παράδειγμα: κάποτε οἱ Φαρισαῖοι συνέλαβαν μία γυναῖκα ἐπ’ αὐτοφώρῳ νὰ μοιχεύει καὶ τὴν ἔσυραν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι σὲ ἕνα μέρος γιὰ νὰ τὴν λιθοβολήσουν, ὅπως διέταζε ὁ Μωϋσῆς στὸν νόμο. Τὴν ἔφεραν πρῶτα στὸν Ἰησοῦ γιὰ νὰ Τὸν πειράξουν, ρωτώντας: «ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν ὁ Μωϋσῆς ἐνετείλατο τοιαύτας γυναῖκας λιθοβολεῖν· σὺ οὖν τί λέγεις;» Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ κάθισε κάτω καὶ ἔγραφε στὴ γῆ μὲ τὸ δάχτυλό Του. Τὸ ἔκανε αὐτὸ δύο φορὲς χωρὶς νὰ τοὺς ἀπαντήσει. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λένε ὅτι ἔγραφε τὶς ἁμαρτίες ὅλων ἐκείνων ποὺ κρατοῦσαν πέτρες στὰ χέρια τους, ἕτοιμοι νὰ τὴν λιθοβολήσουν· καὶ ὅταν ὁ καθένας εἶδε τί ἔγραψε ὁ Ἰησοῦς, εἶδε τὶς δικές του ἁμαρτίες. Τελικά, ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾿ αὐτήν». Τὸ πλῆθος ἔφυγε, ἀφήνοντας τὴ γυναῖκα μόνη μὲ τὸν Χριστό.

Καὶ τῆς εἶπε: «Γύναι, ποῦ εἰσιν; οὐδεὶς σε κατέκρινεν; ἡ δὲ εἶπεν· Οὐδείς, Κύριε. εἶπεν δὲ ὁ Ἰησοῦς· Οὐδὲ ἐγώ σε κατακρίνω· πορεύου καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε».

Ὁ Κύριος δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ τὸ νὰ ἐπιστρέψει καὶ νὰ ζήσει· οὔτε εὐαρεστεῖται στὴν ἀπώλεια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ θέλει ὅλοι νὰ σωθοῦν καὶ νὰ ἔρθουν σὲ ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας. Γι’ αὐτό, ἔσωσε τὴ ζωή της γιὰ νὰ τῆς δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ μετανοήσει.

Μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου καὶ τὴν εἴσοδό Του στὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Ἰησοῦς προσκλήθηκε μὲ τοὺς μαθητές Του στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ Φαρισαίου. Ὁ Σίμων ἦταν λεπρός, καὶ ἴσως ἤλπιζε νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὁ Χριστὸς δέχθηκε νὰ πάει στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος πρὸς μεγάλη του χαρά. Ὅλα ἦσαν ἕτοιμα: τὸ σπίτι καθαρίστηκε, τὸ κατάλληλο φαγητὸ ἑτοιμάστηκε, τὸ τραπέζι στρώθηκε· ὅλα ἦσαν στὴ θέση τους. Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιὰ τὸ δεῖπνο, καὶ τὸ τυπικὸ τῆς βραδιᾶς ἄρχισε, διότι οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν αὐστηροὺς νόμους καὶ ἔθιμα γιὰ τὸ δεῖπνο, καὶ τὸ νὰ δεχθεῖ κανεὶς τὸν Διδάσκαλο στὸ σπίτι του δὲν ἦταν μικρὸ πρᾶγμα. Ὁ Χριστὸς ἦρθε μὲ τοὺς μαθητὲς καὶ τὸ δεῖπνο ἄρχισε. Ὅλα ἔγιναν καλὰ σύμφωνα μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ τυπικό· μόνο ἕνα πρᾶγμα λησμονήθηκε: νὰ πλυθοῦν τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ, καθὼς ἦταν ἔθιμο τοῦ οἰκοδεσπότου νὰ νίπτει τὰ πόδια τοῦ προσκεκλημένου.

Κατὰ τὰ ἄλλα, ἡ βραδιὰ κύλησε καλά. Συζητήθηκαν πολλὰ πνευματικὰ θέματα: τὸ ἐρχόμενο Πάσχα, ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου κ.λπ. Ὁ Ἰησοῦς, ὅμως, τηροῦσε σιωπή· δὲν συμμετεῖχε στὶς συζητήσεις. Γιατί; Διότι περίμενε ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο νὰ ἔρθει ἐπίσης στὸ δεῖπνο.

Καὶ ξαφνικά, ἕνας θόρυβος ἀκούστηκε στὴν αὐλή. Ἰδού, ἔφθασε. Ὅλοι σηκώθηκαν γιὰ νὰ δοῦν ποιά ἦταν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Χριστό· Ἐκεῖνος παρέμεινε ἤρεμος. Γνώριζε ποιά ἦταν. Καὶ ποιά ἦταν; Ἡ πόρνη — ἡ γυναῖκα ποὺ οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν προηγουμένως συλλάβει καὶ ἤθελαν νὰ λιθοβολήσουν.

Πλησίασε τὸν Χριστὸ κρατώντας ἕνα ἀλαβάστρινο δοχεῖο στὰ χέρια της, γεμάτο ἀπὸ πολύτιμο μύρο — τὸ μύρο τῆς προίκας, ποὺ οἱ Ἰουδαῖες γυναῖκες φύλαγαν γιὰ νὰ ἀλείψουν τοὺς νυμφίους τους τὴν ἡμέρα τοῦ γάμου. Ἔσπασε τὸ δοχεῖο καὶ ἔχυσε τὸ μύρο στὸ κεφάλι τοῦ Ἰησοῦ. Ἔπεσε στὰ πόδια Του καὶ τὰ καταφιλοῦσε, πλένοντάς τα μὲ τὰ δάκρυά της καὶ σκουπίζοντάς τα μὲ τὰ μαλλιά της, ἐνῶ τὸ μύρο ἔσταζε ἀπὸ τὰ ἐνδύματα τοῦ Ἰησοῦ στὴ γῆ· διότι πλέον ὁ Χριστὸς ἦταν βρεγμένος ἀπὸ τὸ μύρο. Ἦταν ἕνα φοβερὸ θέαμα.

Γιατί ἦρθε καὶ τὸ ἔκανε αὐτό; Γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Χριστὸ γιὰ τὴν εὐκαιρία μετανοίας ποὺ ἔλαβε ἀπὸ Αὐτόν. Ἡ εὐγνωμοσύνη της δὲν τῆς ἐπέτρεπε νὰ μὴν ἐπιστρέψει στὸν Χριστὸ γιὰ νὰ Τοῦ πεῖ «εὐχαριστῶ». Τήρησε τὴν ἐντολὴ ποὺ τῆς ἔδωσε ὁ Χριστός: «πορεύου καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε». Κατέβηκε στὰ βάθη τῆς ταπεινώσεως καὶ ἀναγνώρισε τὰ σφάλματά της.

Ὅσοι παρακάθονταν στὸ δεῖπνο περίμεναν τὴν ἀντίδραση τοῦ Ἰησοῦ. Τί θὰ ἔκανε; Ὅλοι τὴν γνώριζαν· ἡ πόρνη ἦταν πασίγνωστη. Ἆραγε ὁ Ἰησοῦς δὲν γνώριζε; Σύμφωνα μὲ τὸν ἰουδαϊκὸ νόμο, ἀπαγορευόταν σὲ ἕναν διδάσκαλο νὰ τὸν ἀγγίζει ἕνα τέτοιο πρόσωπο. Ὁ Σίμων εἶπε μέσα του ὅτι, ἂν Αὐτὸς ἦταν προφήτης, θὰ γνώριζε ποιά καὶ τί λογῆς γυναῖκα εἶναι αὐτὴ ποὺ Τὸν ἀγγίζει, ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός.

Ναί, τὴν γνώριζε. Ὡς Θεός, Αὐτὸς τὴν ἔπλασε· τὴν γνώριζε ἀπὸ τὴν κοιλία τῆς μητέρας της. Γνώριζε κάθε πράξη, κάθε ἁμαρτία, κάθε λογισμό. Περίμενε τὴν ἐπιστροφή της πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου. Πῶς θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν τὴν γνωρίζει; Αὐτὸς ἦταν ποὺ τὴν ἔσωσε ἀπὸ τὸν λιθοβολισμό. Ἴσως κάποιοι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦσαν ἕτοιμοι τότε νὰ τὴν λιθοβολήσουν, νὰ βρίσκονταν ἐκεῖ, στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἕτοιμοι πάλι νὰ τὴν λιθοβολήσουν — ὄχι μὲ πέτρες, ἀλλὰ μὲ τὴν κατάκρισή τους.

Περίμεναν ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ τὴν διώξει, νὰ τὴν περιφρονήσει. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τηροῦσε σιωπή. Τελικά, ἔλυσε τὴ σιωπή Του καὶ εἶπε στὸν Σίμωνα: «Βλέπεις ταύτην τὴν γυναῖκα; εἰσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν σου, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς πόδας μου οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέ μου τοὺς πόδας καὶ ταῖς θριξὶν αὐτῆς ἐξέμαξε. φίλημά μοι οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ ἀφ᾿ ἧς εἰσῆλθον οὐ διέλιπε καταφιλοῦσά μου τοὺς πόδας. ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας· αὕτη δὲ μύρῳ ἤλειψέ μου τοὺς πόδας. οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ. εἶπε δὲ αὐτῇ· Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι. ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην».

Σηκώθηκε ἀπὸ τὸν βούρκο τῶν πράξεών της μέσα ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ ἔλαβε συγχώρηση. Αὐτὴ ἡ φοβερὴ καὶ συγκινητικὴ πράξη τῆς πόρνης, ποὺ προῆλθε ἀπὸ βαθιὰ μετάνοια καὶ εὐγνωμοσύνη —ἡ στιγμὴ ποὺ ἡ κόλαση τῆς ἁμαρτίας μεταβλήθηκε σὲ παράδεισο μετανοίας, ὅταν τὰ κάτω ἀνέβηκαν πρὸς τὰ ἄνω, ὅταν ἡ ἁμαρτωλὸς ἔγινε Ἁγία, ὅταν μία ψυχὴ σώθηκε ἀπὸ τὸν βούρκο μέσα ἀπὸ τὴ μετάνοια— αὐτὴ ἡ στιγμὴ προκάλεσε ἀντίδραση ὄχι ἀπὸ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς μαθητές.

Καὶ τί εἶπαν; «Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη;» Εἶπαν ὅτι αὐτὸ τὸ μύρο θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε πουληθεῖ ἀκριβὰ καὶ νὰ δοθεῖ στοὺς φτωχούς. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ τὸ ἔλεγε αὐτό, ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ἦταν κλέφτης· αὐτὸς εἶχε τὸ ταμεῖο καὶ συνήθιζε νὰ κλέβει ὅσα τοποθετοῦνταν μέσα.

Ὁ Χριστὸς τὸ γνώριζε αὐτὸ καὶ τοῦ εἶπε: «Τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί; ἔργον γὰρ καλὸν εἰργάσατο εἰς ἐμέ. τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε». Ὁ Κύριος ἤλεγξε τὴν πλεονεξία τοῦ Ἰούδα καὶ ἀποκάλυψε τὴν ψεύτικη φιλανθρωπία του ἐνώπιον πάντων. Καὶ ἐπαίνεσε τὴ γυναῖκα, λέγοντας: «βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρο τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι με ἐποίησεν».

Ἀλλὰ ἡ ὑπερηφάνεια ποὺ ὁ Ἰούδας ἔκρυβε μέσα του δὲν τὸν ἄφησε νὰ δεχθεῖ τὴν ἐπιτίμηση τοῦ Κυρίου· ἀντίθετα, ἀμέσως σκέφθηκε νὰ προδώσει τὸν Διδάσκαλο. Ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης πῆγε στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς εἶπε: «Τί θέλετέ μοι δοῦναι, καὶ ἐγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν;» Καὶ ἐκεῖνοι συμφώνησαν μαζί του γιὰ τριάκοντα ἀργύρια.

Εἴδατε, ἀδελφοί μου, πῶς τὰ γεγονότα ποὺ κατέληξαν στὴ σταύρωση ξεκίνησαν τὴ Μεγάλη Τετάρτη; Ὁ Ἰούδας ἀποφάσισε ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ προδώσει τὸν Κύριο. Γι’ αὐτὸ οἱ Χριστιανοὶ νηστεύουν τὶς Τετάρτες τοῦ χρόνου, εἰς ἀνάμνηση αὐτῆς τῆς πράξης.

Ὁ Ἰησοῦς θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε μείνει σιωπηλός, ὅπως συχνὰ ἔκανε καὶ ὅπως θὰ ἔκανε σὲ λίγο ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου. Ἀλλὰ ἡ Γραφὴ λέει: «Γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς» — δηλαδή, γνώριζε τοὺς λογισμοὺς τοῦ Ἰούδα καὶ ἀμέσως τὸν ἐπέπληξε. Ἡ λεγόμενη «ἀπώλεια» (σπατάλη) τῆς γυναίκας κίνησε τὴν πλεονεξία τοῦ Ἰούδα. Ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε τὴν ἀπληστία του ἐνώπιον πάντων καὶ ταυτόχρονα ἐπαίνεσε τὴ γυναῖκα, δείχνοντας τὴν ἀνοησία τοῦ Ἰούδα. Ἡ ντροπὴ ποὺ ἔνιωσε τότε γρήγορα μετατράπηκε σὲ ὀργή, καὶ σκέφθηκε πῶς νὰ ἐκδικηθεῖ.

Ὡς φιλάργυρος, καὶ κλέβοντας ἤδη ἀπὸ τὸ ταμεῖο, πῆγε στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ συμφώνησε μαζί τους νὰ λάβει τριάκοντα ἀργύρια καὶ νὰ παραδώσει τὸν Χριστό. Ἔτσι νόμισε ὅτι θὰ ἱκανοποιήσει τὴν ὀργή του — νὰ ἀνταποδώσει τὴν ἐπιτίμηση. Διότι «φθόνος γὰρ οὐκ οἶδε προτιμᾶν τὸ συμφέρον».

Ἡ πόρνη ἀναγνώρισε τὴ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ μαθητὴς μελετοῦσε πῶς νὰ Τὸν παραδώσει. Ὁ Ἰούδας ἔζησε τρία χρόνια κοντὰ στὸν Θεάνθρωπο Χριστό, εἶδε τὰ θαύματά Του, ἄκουσε τοὺς λόγους Του καὶ ἔλαβε ἐξουσία κατὰ τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων· ἐνῶ ἡ ἁμαρτωλὸς γυναῖκα ζοῦσε μέσα στὴ μοιχεία. Ὅταν ὅμως ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ Λεπροῦ, ἔσπευσε κοντά Του μὲ βαθιὰ ταπείνωση γιὰ τὶς ἁμαρτίες της καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ σωτηρία ποὺ ἔλαβε, καὶ ἔχυσε πολύτιμο μύρο στὸ κεφάλι τοῦ Ἰησοῦ καθὼς ἐκεῖνος καθόταν καὶ ἔτρωγε μὲ τοὺς ἄλλους.

Πολλὰ μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὸ μύρο καὶ τὴ σημασία αὐτῆς τῆς πράξης. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, τὸ μύρο χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὸ χρίσμα τῶν ἱερέων καὶ τῶν βασιλέων. Ἔπραξε σωστά, διότι Αὐτὸς εἶναι ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὁ πιστὸς Ἀρχιερεὺς στὰ πρὸς τὸν Θεόν. Εἶναι ὁ Χριστός· τί σημαίνει Χριστός; Σημαίνει «ὁ Κεχρισμένος». Ὁ Ἰησοῦς ὁμολόγησε ὅτι εἶναι ὁ ἐρχόμενος Χριστὸς στὴ Σαμαρείτιδα στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ· ἀλλὰ ἡ πόρνη τὸ ἀναγνώρισε μόνη της.

Σύμφωνα μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθιμο τοῦ γάμου, ἡ νύφη ἄλειφε τὸν νυμφίο μὲ πολύτιμο μύρο τὴν ἡμέρα τοῦ γάμου. Μὴν παραξενεύεστε· δὲν ἔχουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ; Δὲν ψάλαμε τὸ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται» καὶ τὸ «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω»; Αὐτὴ ἡ πράξη ἔχει τὴ μέγιστη σημασία: ἐκείνη ἦταν βουλιαγμένη στὶς σαρκικὲς ἁμαρτίες, ἀλλὰ κατάφερε νὰ μεταστρέψει τὸν πόθο τῆς ἁμαρτίας σὲ πόθο γιὰ τὸν Χριστό. Ὅποιον ἔρωτα εἶχε γιὰ τὴν ἁμαρτία, τὸν μετέβαλε σὲ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό. Αἰσθάνθηκε στὴν καρδιά της τὴ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, καὶ γι’ αὐτὸ ἔκανε αὐτὴ τὴν πράξη πρὸς τὸν Κύριο καὶ Εὐεργέτη της.

Ἔχει καὶ μία ἄλλη σημασία: οἱ Ἰουδαῖοι ἄλειφαν τὰ σώματα τῶν νεκρῶν μὲ μύρο πρὶν ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμό. Γι’ αὐτό, ὁ Ἰησοῦς εἶπε: «βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρο τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι με ἐποίησεν». Προετοιμάζεται νὰ πορευθεῖ πρὸς τὸ Πάθος Του.

Ἀλλὰ οἱ ὑπόλοιποι δὲν κατάλαβαν· δὲν αἰσθάνθηκαν ὅπως ἡ πόρνη. Οἱ κοντινότεροι τοῦ Κυρίου ἀγανάκτησαν καὶ θεώρησαν τὴν πράξη σπατάλη. Αὐτὸ τὸ καλὸ ἔργο, γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς εἶπε: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη εἰς μνημόσυνον αὐτῆς», αὐτὸ τὸ καλὸ ἔργο γέννησε στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰούδα τὸν λογισμὸ τῆς προδοσίας.

Οἱ ἐξαίσιοι ὕμνοι τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης ἐκφράζουν τὸ ἐσωτερικὸ νόημα τῶν γεγονότων: ὅταν ἡ πόρνη προσέφερε τὸ μύρο, τότε ὁ μαθητὴς συμφώνησε μὲ τοὺς παρανόμους· ἐκείνη ἔχαιρε χύνοντας τὸ πολύτιμο μύρο, ἐκεῖνος ἔσπευδε νὰ πουλήσει τὸν Ἀτίμητο· ἐκείνη ὁμολογοῦσε τὸν Δεσπότη, ἐκεῖνος χωριζόταν ἀπὸ Αὐτόν· ἐκείνη ἐλευθερωνόταν, κι ἐκεῖνος γινόταν δοῦλος τοῦ ἐχθροῦ.

Δὲς τὴν πόρνη νὰ καταφιλεῖ τὰ πόδια τοῦ Κυρίου· ὁ Ἰούδας ἐπίσης φίλησε τὸν Κύριο, ὄχι μὲ μετάνοια, ἀλλὰ μὲ προδοσία. Ἐκείνη ἔλυσε τὰ μαλλιά της· ἐκεῖνος δέθηκε ἀπὸ τὸ πάθος. Ἐκείνη ἅπλωσε τὰ μαλλιά της στὸν Δεσπότη· ἐκεῖνος ἅπλωσε τὰ χέρια του στοὺς παρανόμους. Ἐκείνη γιὰ ἄφεση, ἐκεῖνος γιὰ ἀργύρια. Μεγάλη ἡ μετάνοια· ὤ, τῆς ἀθλιότητος τοῦ Ἰούδα!

***

Ἡ Ἱερὰ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης συγκαταλέγεται στὶς ὡραιότερες Ἀκολουθίες τοῦ χρόνου. Ωστόσο, ἐκεῖνο ποὺ ἀποτελεῖ τὴν κορωνίδα ὅλης τῆς ἀκολουθίας εἶναι τὸ πασίγνωστο Δοξαστικὸ τῶν Ἀποστίχων: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…»

Ἡ ὑμνογράφος αὐτοῦ τοῦ τροπαρίου εἶναι, ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ Κασσιανὴ ἡ μοναχή. Ἔζησε στὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία τὸν ἔνατο αἰῶνα, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Αὐτοκράτορος Θεοφίλου.

Ἡ μητέρα τοῦ Θεοφίλου συγκέντρωσε ὅλες τὶς ὡραιότερες καὶ ἐπιφανέστερες κόρες ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο γιὰ νὰ βρεῖ σύζυγο γιὰ τὸν αὐτοκράτορα. Ἔδωσε στὸν Θεόφιλο ἕνα χρυσὸ μῆλο γιὰ νὰ τὸ δώσει στὴ γυναῖκα ποὺ ἐπιθυμοῦσε. Κάλεσε τὴν Κασσιανὴ μαζί μὲ πολλὲς ἄλλες. Ἡ Κασσιανὴ ἦταν ἐντυπωσιακὰ ὄμορφη, καὶ καθὼς ὁ Θεόφιλος τὴν πλησίασε γιὰ νὰ τῆς δώσει τὸ χρυσὸ μῆλο —θέλοντας ὅμως πρῶτα νὰ τὴν δοκιμάσει— εἶπε: «Ὡς ἄρα διὰ γυναικὸς ἐρρύη τὰ φαῦλα», ἐννοώντας ὅτι ὅλα τὰ κακὰ στὸν κόσμο ἦρθαν μέσα ἀπὸ μία γυναῖκα, ἀναφερόμενος στὴν Εὔα. Ἀλλὰ ἡ Κασσιανή, ὄντας σοφή, ἀμέσως ἀπάντησε: «Ἀλλὰ διὰ γυναικὸς πηγάζει τὰ κρείττονα», ἀναφερόμενη στὴν Θεοτόκο, καὶ ὅτι ἡ σωτηρία πηγάζει ἀπὸ αὐτήν. Ὁ αὐτοκράτορας δὲν ἤθελε μία σύζυγο ποὺ θὰ ἀπαντοῦσε μὲ τέτοιο τρόπο, καὶ ἔτσι ἔδωσε τὸ μῆλο σὲ μία ἄλλη γυναῖκα, τὴ Θεοδώρα.

Ἀφοῦ ὁ αὐτοκράτορας παντρεύτηκε τὴ Θεοδώρα, ἡ Κασσιανὴ ἦταν ἐλεύθερη νὰ γίνει μοναχή. Ὡστόσο, ὁ Θεόφιλος εἶχε πάντα τὴν Κασσιανὴ στὸ μυαλό του, καὶ μία μέρα πῆγε στὸ μοναστήρι ὅπου βρισκόταν ἡ Κασσιανὴ γιὰ νὰ τὴν δεῖ. Ἡ Κασσιανὴ ἦταν, ὅπως εἴπαμε, ὑμνογράφος· βρισκόταν στὸ κελί της γράφοντας τὰ περίφημα λόγια:

«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει. Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις…»

Ξαφνικά, ἡ Κασσιανὴ ἄκουσε θόρυβο ἀπ’ ἔξω — τὰ βήματα καὶ τὶς φωνὲς πολλῶν ἀνδρῶν. Ὁ αὐτοκράτορας εἶχε ἔρθει νὰ τὴν δεῖ. Ἐκείνη δὲν ἤθελε νὰ τὴν δοῦν, γι’ αὐτὸ σταμάτησε ἀμέσως νὰ γράφει καὶ κρύφτηκε κάπου στὸ μοναστήρι. Ὁ Θεόφιλος μπῆκε μὲ τοὺς στρατιῶτες του καὶ ἔψαξαν παντοῦ γιὰ τὴν Κασσιανή. Μπῆκε στὸ κελί της ἀλλὰ δὲν τὴν βρῆκε. Βρῆκε, ὅμως, τὴν περγαμηνὴ μὲ τὸ τροπάριο πάνω στὸ γραφεῖο της καὶ τὴν πέννα δίπλα. Διάβασε τὸ τροπάριο, καὶ ὅταν εἶδε ὅτι σταματοῦσε στὴ μέση τοῦ στίχου, κατάλαβε ὅτι εἶχε κρυφτεῖ. Πῆρε τὴν πέννα καὶ συμπλήρωσε τὸν στίχο ὡς ἑξῆς:

«…ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Στὴ συνέχεια ὁ Θεόφιλος ἔφυγε. Ἀφοῦ ἔφυγε, ἡ Κασσιανὴ βγῆκε καὶ βρῆκε τὴν προσθήκη ποὺ ἔκανε ὁ Θεόφιλος στὸ τροπάριο, καὶ τῆς ἄρεσε. Συνέχισε τότε νὰ γράφει τὸν ὕμνο:

«Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».

Ἐλάτε λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἂς ἀνέβουμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ στὸ ἑκούσιο Πάθος Του. Ἂς πᾶμε κι ἐμεῖς, γιὰ νὰ πεθάνουμε μαζί Του. Διότι ἂν πεθάνουμε ὡς πρὸς τὰ πάθη μας, θὰ ἀναστηθοῦμε μαζί Του τὴν τρίτη ἡμέρα, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Loading